Αρετή Γκιωνάκη - areti gkionaki - logotexniart

Τετάρτη, 22 Μαΐου 2019

ΜΟΝΟΤΟΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Έρχομαι από μακριά
Διένυσα χιλιόμετρα σπαραγμού
και θλίψης
Περιπλανήθηκα σε ανίσκιωτους δρόμους
Ακούμπησα τις πλάτες μου
σε αγκαθωτούς τοίχους
Κοιμήθηκα σε χωμάτινους δρόμους
πάνω σε πέτρες και τούβλα
πάνω σε άυλα  μυστικά
τραγουδώντας ξανά και ξανά
το ίδιο μονότονο κι απελπισμένο τραγούδι
Συνάντησα χιλιάδες ανθρώπους
αλλά δεν άκουσαν τον σπαραγμό μου
δεν μίλησαν στη μοναξιά μου
κι όλα αυτά,
συνεχίζοντας να τραγουδώ ξανά και ξανά
το ίδιο μονότονο κι απελπισμένο τραγούδι

Ξέμεινα μόνος
περιπλανώμενος στον ίσκιο της ζωής
σ’ αυτήν την έρημη πόλη
που ποτέ της δεν μ’ αγάπησε
και που οι άνθρωποί της,
δεν άκουσαν τον σπαραγμό μου
δεν μίλησαν στη μοναξιά μου

Εγώ όμως, παρ’ όλα αυτά,
συνέχισα να τραγουδώ ξανά και ξανά
το ίδιο μονότονο κι απελπισμένο τραγούδι,
περιμένοντας την μεγάλη ώρα
της ευδαιμονίας μου
τραγουδώντας μέχρι τότε ξανά και ξανά
το ίδιο μονότονο κι απελπισμένο τραγούδι…

Το ίδιο μονότονο κι απελπισμένο τραγούδι,
τον ένα και μο­ναδικό μου φίλο!
ΑΡΕΤΗ ΓΚΙΩΝΑΚΗ Από την Πέτρα της Σίβυλλας

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2019


Ποίηση Χρήστου Χαρατσάρη                         https://www.facebook.com/profile.php?id=100016489536809
Πίνακας Χρήστος Χαρατσάρης  https://www.facebook.com/profile.php?


























ΟΠΩΣ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
ΣΥΝΝΕΦΙΑΖΕΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ
ΟΠΩΣ ΣΥΝΝΕΦΙΑΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
ΚΑΙ ΒΡΕΧΕΙ ΟΔΥΝΗ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ
ΡΑΓΙΖΟΥΝ ΤΑ ΒΟΥΝΑ
ΟΠΩΣ ΡΑΓΙΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
ΚΑΙ ΣΕΙΕΤΑΙ Η ΑΒΥΣΣΟΣ
ΚΡΥΩΝΟΥΝ ΤΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ
ΟΠΩΣ ΚΡΥΩΝΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
ΚΑΙ ΜΑΡΜΑΡΩΝΟΥΝ ΟΙ ΨΥΧΕΣ
ΟΥΡΛΙΑΖΕΙ Ο ΑΝΕΜΟΣ
ΟΠΩΣ ΟΥΡΛΙΑΖΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΔΕΜΕΝΟΙ ΣΤΗΝ ΓΗ
ΜΕ ΑΛΥΣΙΔΕΣ
ΦΛΕΓΟΝΤΑΙ ΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ
ΟΠΩΣ ΦΛΕΓΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
ΚΑΙ ΟΙ ΓΑΛΑΞΙΕΣ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΣΤΑΧΤΗ
ΝΟΣΤΑΛΓΟΥΝ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ
ΟΠΩΣ ΝΟΣΤΑΛΓΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
ΚΑΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΟΤΑΜΙ
Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ
ΟΝΕΙΡΕΥΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ
ΟΠΩΣ ΟΝΕΙΡΕΥΟΝΤΑΙ
ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
ΚΑΘΩΣ ΠΕΡΝΟΥΝ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΙΑ ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ
ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ
ΟΠΩΣ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΤΟΥΣ
ΕΧΟΥΝ ΛΗΣΜΟΝΗΣΕΙ
ΠΕΝΘΟΥΝ ΟΙ ΟΥΡΑΝΟΙ
ΟΠΩΣ ΠΕΝΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
ΚΑΘΩΣ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ
ΤΗΝ ΜΕΛΛΟΥΣΑ ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΧΩΜΑ...


https://www.facebook.com/profile.php?

Κυριακή, 21 Απριλίου 2019


               ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΓΡΥΛΟΥ
Της Αρετής Γκιωνάκη

Επαναδιαπραγματεύομαι τις νύχτες,
βρίσκοντας απάγκιο
σ’ ένα μικρό λιμάνι στις Κυκλάδες

Ο ήχος από τον άνεμο,
αλυχτάει με δύναμη
πάνω στα γυάλινα σκαλιά του σπιτιού
                                                            κάνοντας το φορτίο της έλλειψής σου,
                                                            ένα αβάσταχτο φορτίο στις πλάτες μου

                                                           Γεύομαι την πέτρα και την αρμύρα της
                                                           και καθώς αγγίζω τις διαχωριστικές γραμμές
                                                           από το χθες,
                                                           γλιστρώ απαλά
                                                          σε ό,τι μου άφησες πίσω σου

                                                         …κάπου μακριά
                                                         το τραγούδι του γρύλου
                                                         γίνεται θηλιά στην επιθυμία μου
Από την ποιητική συλλογή Η ΠΕΤΡΑ ΤΗΣ ΣΙΒΥΛΛΑΣ


Παρασκευή, 19 Απριλίου 2019


                      ΧΑΡΑΖΩ ΤΟ ΤΑΒΑΝΙ
Της Αρετής Γκιωνάκη
 
Βαθιά στις ρίζες ενός δέντρου
έφτιαξα το σπίτι μου
να μη το αγγίζει ο ήλιος παρά μόνο η βροχή
να πέφτει απαλά πάνω του και να το ποτίζει

Το σκέπασα με πέτρες
να έρχονται τα νυχτοπούλια
και να αφήνουν
                                                            το πιο γλυκό τους κελάδημα,
                                                            πάνωθέν του

                                                            Τώρα,
                                                            με μάτια που φωσφορίζουν
                                                            έχω χαθεί πίσω απ’ τον ορίζοντα και περιμένω...

                                                           Με τα νύχια μου, 
                                                           νύχια γαμψά,
                                                           χαράζω το ταβάνι του…     


Από την ποιητική συλλογή "Η ΠΕΤΡΑ ΤΗΣ ΣΙΒΥΛΛΑΣ"


Α

Τρίτη, 16 Απριλίου 2019


ΣΚΟΝΙΣΜΕΝΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ
Της Αρετής Γκιωνάκη
Κοιτάζω έξω από το σκονισμένο παράθυρο
το γέρικο πλατάνι,
που ρίχνει τους ίσκιους του ξεδιάντροπα
πάνω στον χορταριασμένο από καιρό κήπο
Είναι θαρρώ Ιούνιος,
-αλήθεια πότε πέρασε ο χρόνος-
και όλα γύρω μου στέκουν ακίνητα,
νωθρά, παραμελημένα
Σκέφτομαι να περάσω την σπασμένη πόρτα
που με χωρίζει
από την ανυπαρξία της συνείδησης
στην επάρκεια του τώρα…
Αλλά και πάλι, κάτι με εμποδίζει
να αφεθώ ελεύ­θερα στις στιγμές,
κάτι με απαλλοτριώνει και με αδρανεί
αφομοιώνοντάς μου όλα τα θέλω

Θυμάμαι λοιπόν, ένα παλιό καλοκαιριάτικο βράδυ
-Ιούνιος θα ’ταν και τότε-
εσύ χαμογελούσες
κάτω από τον γέρικο πλάτανο
τα σπουργίτια γύρω μας
τιτίβιζαν  ρυθμικά
εγώ χόρευα γύρω σου χτυπώντας παλαμάκια
και ένα τριζόνι,
έκοβε τους χτύπους της καρδιάς μας
στη μέση
με το μονότονο και θλιμμένο
τραγούδι του
Θυμάσαι;
Πως μ’ έπιασες από το χέρι
και με τράβηξες μέσα
στο κατώφλι της αιωνιότητας
χαρίζοντάς μου το μεγαλείο,
της αθάνατης λάμψης…

Απόψε,
ένα τριζόνι πάλι ξεκίνησε το τραγούδι του
Α, τελικά, πως μοιάζουν οι μέρες,
οι νύχτες, τα όνειρα,
όσα θυμάμαι και ξεχνώ,
όσα με θλίβουν
και όσα με κάνουν ακόμα να χαίρομαι

Εσύ όμως, είσαι εκεί…
Στέκεις ανάμεσα στα πράσινα φύλλα
του γέρικου πλάτανου
κουρασμένος και σιωπηλός πια,
κοιτάζοντάς με μελαγχολικά
καθώς το φως του φεγγαριού
δίνει λευκές, γκρίζες, θαμπές αποχρώσεις
στο βουλιαγμένο βλέμμα σου

Θέλει θάρρος η έξοδος
από την σπασμένη πόρτα
κι εγώ, ρηξικέλευθα στέκω,
εξετάζοντας όλα τα ενδεχόμενα…
Το πιο πιθανό βέβαια είναι
να περάσω
τις υπόλοιπες μέρες και νύχτες μου
κοιτάζοντάς σε  
απ’ το σκονισμένο παράθυρο
παλιέ και γνώριμε Έρωτά μου!

Από το βιβλίο: Η ΠΕΤΡΑ ΤΗΣ ΣΙΒΥΛΛΑΣ



Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2019

...Μεταξύ των άλλων δράσεων που θα παρουσιαστούν εκεί, αξίζει να έρθετε να δείτε τα παιδιά, πόσο δημιουργικά είναι και ευφάνταστα, καθώς συμμετέχουν και σε μια πραγματικά όμορφη Ανθολογία με τα έργα τους από τον ΔΙΕΘΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ ΕΦΗΒΩΝ "ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ",
που θα παρουσιαστεί στις 14 Απριλίου 2019, στις 7:00μ.μ.,  στο Πολιτιστικό Κέντρο Πετρούπολης, Εθνικής Αντιστάσεως 61.
Σας περιμένουμε...

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2019

ΑΠΟ ΤΟ ΑΛΦΑ ΕΩΣ ΤΟ ΩΜΕΓΑ



                        Πίνακας: Χρήστος Χαρατσάρης

Αέναο το ταξίδι σου
καρδιά μου
στο μισεμό του χρόνου

Βαδίζοντας μέσα μου εσύ,
ξετύλιξες με πάθος
τις σιωπές μου…
Κι εγώ
σου αφέθηκα 
μ’ εμπιστοσύνη απόλυτη!
Πόσο  αλήθεια σ’ αγαπώ…

Γεγονότα φτερουγίζουν
πάνω στις στιγμές μας

Διατάζει ο έρωτας

  κι εμείς υποκύπτουμε
  στο μηδέν αιωρούμενοι

Ευκαιρίες διαλαλούν
στο μοναστηράκι
και όλοι τρέχουν

Ζηλεύουν τα όνειρα
εμπόδια βάζοντας στο δρόμο μας

Ήρθαν πάλι
τα πουλιά του χειμώνα

          Θύμωσε το τραγούδι ηχώντας ήχο παράφωνο


Ιοκάστη σε ψάχνω…
Που είσαι;

Και ο  χορός σου τελικά, μαρτυρά την ενοχή σου…

Λάθη απανωτά
στης μοναξιάς
το βλέμμα

Μυρωδιές στο γυμνό κορμί σου
σε αποκαλύπτουν

Νόστος
στις μέρες της μοναξιάς

Ξιφολόγχη,
μη τρυπάς
τις προσδοκίες

Ο άνεμος πλανιέται
πάνω στις στιγμές μας
και τις σκορπίζει

Που;

Ράκη, ρινίσματα…
…ραγισμένη σιωπή,
τα μαύρα ανεμίζουν,
τ’ όνομά σου κρυμμένο
στο δαχτυλίδι μου
Εσύ που είσαι;…

Σκόνες παντού

Τα μεσημέρια του πόνου
 τα τζιτζίκια
δεν ησυχάζουν

   Ύψη άπατα των Αετών
   οι γειτονιές

   Φως λαμπερό
   μετά από νύχτα
   Πανσέληνη   

   Χαρούμενες ανάσες,
   καθώς το αίμα βράζει,
   γίνεται φωτιά
και  ηφαιστείου λάβα

Ψάχνουμε…
Με ξένα δάχτυλα
μετράμε τις στιγμές μας
σα να μη καταλάβαμε ποτέ
ότι όλα ελεεινά
μας παρασύρουν
Γυμνοί και μόνοι
πάμε στο παραπέρα…

Ωραία είναι η ζωή,
αλλά πληγώνει…

ΑΡΕΤΗ  ΓΚΙΩΝΑΚΗ

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2019


ΜΙΚΡΗ ΜΑNTIΣΣΑ
  Ophelia, 1894 - John William Waterhouse

     Την είδε από ψηλά, καθώς στεκόταν όρθιος, στο σκαλοπάτι της Αβύσσου…
     Καθισμένη πάνω στην αμφιβολία της νύχτας
     Καθισμένη πάνω στην Πέτρα της, κοιτώντας προς το ολόφωτο πέλαγος…
     Στους γυμνούς της ώμους διέκρινε ένα ψιλό τρέμουλο
     και στα ανέμελα ριγμένα στις πλάτες ξανθά της μαλλιά,
     μια ανάλαφρη ανάδευση από το φύσημα του Νοτιά

     Λεπτεπίλεπτη φιγούρα, βγαλμένη από τη σκιά του χρόνου…
     Πλάι της, στην ξέρή άμμο,
     ακουμπισμένες δυο πέτρες, γκρίζες και τραχιές,
     οι πέτρες της ζωής της!
     Έμοιαζε χαμένη στις σκέψεις της,
     παραδομένη στον απόλυτο χρόνο, στον απόλυτο τόπο.
     Μια νεράιδα στο σκοτεινό πέπλο του κόσμου αφημένη,
     μια Μικρή Μάντισσα, με χρώματα ιριδίζοντα και φωτεινά.
     Δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην ικεσία της μορφής της…
     Ξεκίνησε μ’ αμφίβολο βήμα να βρεθεί στο πλάι της
     επιθυμώντας όσο τίποτα άλλο, 
     να αγγίξει αγγίζοντάς την, το Απόλυτο!

     Καθώς τον αντιλήφθηκε, γύρισε, «τον κοίταξε»
     Με πρόσωπό στην αρχή τρομαγμένο, ύστερα θαμπό,
     και στρέφοντάς το πάλι προς το πέλαγος,
     κόυνησε ελαφρά το κεφάλι της, σε ένδειξη χαιρετισμού

     -Πες μου τι βλέπεις; Τη ρώτησε
     Εκείνη έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε στη σιωπή της

     -Τι βλέπεις, την ξαναρώτησε
     -Τα πάντα και το τίποτα μαζί, 
     του απάντησε χωρίς φωνή

     Τρομαγμένος, σαν μια κίνηση απελπισίας,
     χώθηκε στη φούστα της, 
     κρύβοντας το πρόσωπό του στις μαύρες πτυχές της
     Το χέρι της τον άγγιξε με κίνηση απαλή
     Η φωνή της στην αρχή νευρική και κατόπιν πιο βελούδινη,
     ξεκίνησε ένα ρυθμικό και θλιμένο τραγούδι
     χωρίς λόγια, χωρις μουσική,
     χωρίζοντας τη σιωπή της νύχτας σε μικρά πετραδάκια
     που έπεφταν και έσπαγαν σε χιλιάδες μικρότερα,
     κάνοντας έναν τρομακτικό κι απαίσιο θόρυβο.
     Όταν σώπασε ο άηχος ήχος του τραγουδιού της,
     η ανυπαρξία του όλου διαταράχτηκε
     από το επίμονο ερωτηματικό του:
     -Πες μου, πες μου…
     …και τα λόγια του χάθηκαν στη νύχτα
     -Δύσκολο να σου απαντήσω, δύσκολο… 
     Είναι η Σελήνη που δε με  βοηθάει απόψε…
     Του είπε, χωρίς να του πει κάτι
     και η φωνή της, αχ αυτή η φωνή της,
     στριμώχτηκε στις άκρες της δικής της σιωπής…

     Οι ανάσες των δέντρων
     χτυπούσαν ρυθμικά στην ώρα του κόσμου
     με τα χρυσοπράσινα φύλλα τους
     ενώ τα ρείκια πιο ’κει,
     ξεδίπλωναν την μεγαλοσύνη τους μυστικά,
     στα μικροσκοπικά πλάσματα της νύχτας

     Εκείνη αφέθηκε πάλι στη μοναξιά της Στιγμής, 
     κοιτώντας το πέλαγος
     Όλα έμοιαζαν να ξαναγυρίζουν εκεί απ’ όπου είχαν ξεκινήσει…
     Άρχισε να ανεβαίνει τη σκάλα…
     Εκείνη δεν τον χρειαζόταν πια
     Μαθημένη να σέρνει Πάντα μαζί της, τις δυο πέτρςς της ζωής της,
     θα έβρισκε μόνη της τον δρόμο της επιστροφής,
     ακόμα και χωρίς να τον Βλέπει,
     μέσα στην Ακατάλυτη Σιωπή της νύχτας
     αλλά και μέσα από τη δικής της τη Σιωπή…

     Γιατί Εκείνη, ήταν αναμφίβολλα, 
     γεννημένη μια Μικρή Μάντισσα…

 Από το βιβλίο, Η ΠΕΤΡΑ ΤΗΣ ΣΙΒΥΛΛΑΣ
Αρετή Γκιωνάκη
Y

http://sielasona.blogspot.com